έντρομη

Greek

Pronunciation

  • IPA(key): /ˈendɾomi/
  • Hyphenation: έ‧ντρο‧μη
  • Homophone: έντρομοι (éntromoi)

Adjective

έντρομη • (éntromi)

  1. nominative/accusative/vocative feminine singular of έντρομος (éntromos)