μούρλα

See also: μουρλά

Greek

Alternative forms

  • μούρλια f (moúrlia)

Noun

μούρλα • (moúrlaf

  1. madness, insanity, wackiness

Declension

Declension of μούρλα
singular plural
nominative μούρλα (moúrla) μούρλες (moúrles)
genitive μούρλας (moúrlas)
accusative μούρλα (moúrla) μούρλες (moúrles)
vocative μούρλα (moúrla) μούρλες (moúrles)

Synonyms

  • μουρλαίγκω (mourlaígko)
  • μουρλαίνω (mourlaíno)
  • μούρλια (moúrlia)
  • μουρλοπαντιέρα f (mourlopantiéra)
  • μουρλός (mourlós)