μπόλικοι

Greek

Pronunciation

  • IPA(key): /ˈbolici/
  • Hyphenation: μπό‧λι‧κοι
  • Homophone: μπόλικη (bóliki)

Adjective

μπόλικοι • (bólikoi)

  1. nominative/vocative masculine plural of μπόλικος (bólikos)