οικοδομούμαι
Greek
Verb
οικοδομούμαι
• (
oikodomoúmai
)
passive
(
past
οικοδομήθηκα
,
ppp
οικοδομημένος
,
active
οικοδομώ
)
passive of
οικοδομώ
(
oikodomó
)
Conjugation
for this verb's full conjugation see the active form